Θα έχετε παρατηρήσει πως, όταν ο αθλητικός Τύπος υποδέχεται κάποια βαρυσήμαντη μεταγραφή, μια από τις ερωτήσεις τις οποίες απευθύνει προς το νέο απόκτημα της ομάδας αφορά τη θέση που αρέσκεται να καλύπτει.

Οι απαντήσεις, πλην εξαιρέσεων, αγγίζουν τα όρια του… κλισέ: «Παίζω στην -τάδε- θέση, αλλά μπορώ να ανταποκριθώ σε ό,τι μου ζητήσει ο προπονητής μου». Το εν λόγω… κλισέ έχει ακουστεί εκατοντάδες φορές ανά τα χρόνια και, ως ένα βαθμό, αποτελεί κριτήριο σεβασμού και εμπιστοσύνης κάθε ποδοσφαιριστή στις επιταγές του εκάστοτε προπονητή αλλά και τις ίδιες του τις δυνάμεις.

Οι εισαγωγικές σημειώσεις περί του κλισέ, κρίθηκαν απαραίτητες ώστε να αναδείξουν τον ρόλο αλλά και το ποδοσφαιρικό μεγαλείο ενός ανθρώπου ο οποίος δεν ακολούθησε την πεπατημένη, αλλά είχε την τύχη, μαζί με την αδιαμφισβήτητη ικανότητα να επιτελεί υπεράριθμες δουλειές εντός αγωνιστικού χώρου και να καλύπτει σχεδόν όλες τις διαθέσιμες θέσεις.

Αυτός ήταν ο Τάκης Λουκανίδης, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Πέμπτης από ανακοπή, σε ηλικία 81 ετών, αφήνοντας στα επίγεια τις θύμησες αλλά και τις καταγεγραμμένες επιτυχίες μιας προσωπικότητας κοινής αποδοχής, που δόξασε και δοξάστηκε, φορώντας τη φανέλα με το «τριφύλλι».

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, όπως ορίζουν οι περιστάσεις. Ο Τάκης Λουκανίδης γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1937 στο Μεσοχώρι Παρανεστίου Δράμας και πολύ σύντομα, στην τρυφερή ηλικία των πέντε ετών κλήθηκε να αντιμετωπίσει και να παλέψει κατά μέτωπον με την απώλεια. Το 1942, ο πατέρας του, Γιώργος, κρεμάστηκε από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής της περιοχής, με τη σύζυγό του να αναλαμβάνει από εκείνη τη στιγμή και στο εξής τον ρόλο του προστάτη για τον Τάκη και τα άλλα τέσσερα αδέρφια του.

Η μετακόμιση της οικογένειας στη Δράμα το 1947, αποτέλεσε την απαρχή του «κεντήματος» μιας υπέροχης ιστορίας για τον Τάκη, η οποία θα ξετυλιγόταν αρχικά στα γήπεδα της Γεωπονικής Σχολής της Κομοτηνής, φτάνοντας μέχρι το γήπεδο της Δόξας Δράμας αλλά και εκείνο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στο peak της δόξας.

Στο θυμικό όλων, ο Τάκης Λουκανίδης αποτελούσε έναν από τους πληρέστερους μέσους που γνώρισε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο, ωστόσο η πρώτη «γνωριμία» του με το άθλημα έγινε κάτω από την, άβολη για εκείνον, θέση κάτω από τα γκολπόστ: «Ξεκίνησα σαν τερματοφύλακας, αλλά, όταν αγωνιζόμουν στην ομάδα της Κομοτηνής, είχαμε καλή ομάδα και έβλεπα τους συμπαίκτες μου να παίζουν και εγώ ήμουνα άπραγος κάτω από τα γκολπόστ. Είχα μικρή συμμετοχή στη διάρκεια ενός παιχνιδιού και μου κακόφαινόταν, δεν ήθελα να παρακολουθώ τους συμπαίκτες μου στον αγωνιστικό χώρο», είχε εκμυστηρευτεί μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Η θητεία του στη ΑΕΚ Κομοτηνής θα διαρκούσε τρία χρόνια, καθώς το 1956 πήρε το «εισιτήριο» για τον μεγαλύτερο σύλλογο της Θράκης, τη Δόξα Δράμας. Στην πρωτεύουσα της γενέτειράς του καθιερώθηκε άμεσα και αποτέλεσε μέλος μιας ομάδας που «συντάραξε» την Ελλάδα με τα κατορθώματά της, φτάνοντας σε τρεις (!) τελικούς Κυπέλλου, τους δύο back-to-back. Ωστόσο, η παρουσία του Ολυμπιακού στέρησε από τη Δόξα την «χρυσή» υπογραφή για την κατάληξη μιας υπέροχης ιστορίας.

Ήταν φανερό πως τα «στενά» όρια της Δράμας δεν μπορούσαν να «θρέψουν» το ταλέντο του Τάκη Λουκανίδη, ο οποίος από το 1959 δεχόταν κρούσεις από ελληνικούς συλλόγους, με την ΑΕΚ να του «χτυπά» την πόρτα και την Γιουβέντους να τον «κατασκοπεύει», χάρη στις εμφανίσεις του με την Εθνική Ενόπλων, αλλά και από τη συμμετοχή του στην Εθνική Ομάδα, κόντρα στη Γαλλία, όντας ο πρώτος ποδοσφαιριστής εκτός του τότε ΠΟΚ που έφτασε να φορά το εθνόσημο. Ωστόσο, η καθοριστική επαφή θα γινόταν με τον Παναθηναϊκό, με τον ήρωά μας να συμφωνεί χάρη στις κινήσεις του Αντώνη Μαντζαβελάκη.

Η μετακόμισή του από τη Δράμα στην Αθήνα περιελάμβανε μια ενδιάμεση στάση στην Κύπρο και τον ΑΠΟΕΛ, καθώς η Δόξα Δράμας αντέδρασε στη συμφωνία με τον Παναθηναϊκό, με τη μετακίνησή του στη Μεγαλόνησο να αποτελεί μονόδρομο, σύμφωνα με τον ιδιότυπο κανονισμό της εποχής.

Ο Λουκανίδης φορά τα «πράσινα» το 1961 και τα αποχωρίζεται το 1969, έχοντας πρωτίστως απομακρύνει τους παράγοντες του Ολυμπιακού, οι οποίοι τον είχαν προσεγγίσει προτού υπογράψει στο «τριφύλλι». Η παρουσία του στον μεγάλο Παναθηναϊκό της εποχής αφήνει τα σημάδια της. Μέλος της ομάδας που κατόρθωσε να κατακτήσει αήττητη το πρωτάθλημα του 1964, με συμπαίκτες τους Δομάζο, Πανάκη, Παπαεμμανουήλ, Καμάρα, Σούρπη κ.α.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Λουκανίδης γραφόταν στα… χαρτιά ως μέσος, αλλά οι «μάρτυρες» εκείνης της εποχής τον είδαν να αγωνίζεται με επιτυχία στην άμυνα, στην επίθεση, στα άκρα και… γενικά, όπου το χρειαζόταν η ομάδα. Μετέπειτα, οι μελετητές των αστέρων του ελληνικού ποδοσφαίρου, συμφώνησαν στο ότι ο Λουκανίδης ήταν ένας από τους πληρέστερους ποδοσφαιριστές που είδε το άθλημα στη χώρα μας.

Ωστόσο, το πρέπον είναι να αφήσουμε τα λόγια του ίδιου του Λουκανίδη να περιγράψουν την αγωνιστική συμπεριφορά του: «Δεν είχα κάποια θέση που είχα συνηθίσει μόνο σε αυτήν για να παίζω. Τα περισσότερα χρόνια μου έπαιξα σαν μέσος και ειδικά στον Παναθηναϊκό, αλλά θυμάμαι ότι και ο Στέφαν Μπόμπεκ, αλλά και ο Χάρι Γκέιμ, οι προπονητές μου, πολλές φορές με φώναζαν από τον πάγκο με το όνομα μου, «Τάκης», και έκαναν νεύμα πού να πάω και ποια θέση να καλύψω. Ήμουν ένας παίκτης για όλες τις θέσεις μέσα στο γήπεδο».

Έχοντας τον ρόλο του πολυθεσίτη, ή πασπαρτού κατά την αργκό, ο Λουκανίδης συντέλεσε σε μια εποχή άνθισης για το «τριφύλλι», κατακτώντας τέσσερα πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ελλάδος, σκοράροντας 59 γκολ σε 142 συμμετοχές. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, αρκετά χρόνια αργότερα, ο Παναθηναϊκός άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του σε εκείνον: «Αυτό που μου έμεινε περισσότερο ήταν ο Παναθηναϊκός, γιατί ήταν μία ομάδα που διεκδικούσε τίτλους. Κέρδισα τέσσερα πρωταθλήματα και ένα κύπελλο μαζί του και ήταν έντονα χρόνια, έπαιξα στην εθνική ομάδα, καταξιώθηκα, έγινε γνωστός σε όλο το ποδοσφαιρικό κοινό και πίστευα ότι μπορούσα να κάνω ακόμα μεγαλύτερη καριέρα».

Η πορεία του στον Παναθηναϊκό θα ολοκληρωνόταν κάπως επεισοδιακά, με τον ίδιο να αποχωρεί έχοντας κουραστεί από τις έντονες διαφωνίες με τον Στέφαν Μπόμπεκ, γεγονός που συντέλεσε στην οριστική -αγωνιστική- ρήξη του με το «τριφύλλι». Τελευταίος σταθμός του, ο Άρης, με τον οποίο έκλεισε την ποδοσφαιρική του καριέρα σε ηλικία 33 ετών, κατακτώντας το Κύπελλο του 1970…

«Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα, δεν παίρναμε ουσιαστικά χρήματα, κάποιο χαρτζιλίκι μας έδιναν μετά από κάποια παιχνίδια όταν κάναμε νίκες, δεν ξέραμε κιόλας τι ποσό θα πάρουμε, απλά παίζαμε για να κερδίσουμε και όταν κερδίζαμε μας έδιναν ένα χρηματικό ποσό».

Σε μια τέτοια εποχή, όπου το επαγγελματικό καθεστώς απείχε ακόμη από τα πεπραγμένα του ποδοσφαίρου, άνθρωποι όπως ο Τάκης Λουκανίδης έβαλαν το λιθαράκι τους ώστε να δομηθούν ιστορίες οι οποίες έφτασαν το κατώφλι του μύθου, κερδίζοντας μια θέση στο πάνθεον του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο -εκλιπών- πάντως, μπόρεσε να λάβει τη δική του θέση στο Hall of Fame του Παναθηναϊκού, προτάσσοντας την αξία του, εφάμιλλη των ιδανικών του συλλόγου, λαμβάνοντας καθολική αναγνώριση και υπόκλιση από τους αντιπάλους…

Καλό ταξίδι Τάκη Λουκανίδη.