Όλα στη ζωή έχουν μία αρχή. Το σημείο απ’ όπου το κοντέρ ξεκινά να… γράφει.

Για τον Διαμαντίδη, η βραδιά της 24ης Σεπτεμβρίου του 2005 στο Βελιγράδι, δεν ήταν η πρώτη του με την Εθνική Ομάδα. Ο Μήτσος ήταν ήδη στέλεχος της «γαλανόλευκης» και ετοιμαζόταν για τη δεύτερή του σεζόν με τη φανέλα του Παναθηναϊκού, έχοντας τον Ομπράντοβιτς και τον Ιτούδη συνεχώς… πάνω από το κεφάλι του. Οι δυο τους, έβλεπαν ότι αυτό το παιδί έχει φοβερή αντίληψη και έναν μοναδικό τρόπο να «διαβάζει» ό,τι εξελίσσεται μπροστά του στο παρκέ. Όμως, όταν καλούταν να πάρει ένα σουτ, προτιμούσε να πασάρει. Όχι από φόβο, αλλά από… ένστικτο.

Εκείνη την εποχή, ουδείς λογάριαζε τον Διαμαντίδη ως σουτέρ. Ούτε ως clutch player. Όλα όμως, όπως προαναφέραμε, ξεκινούν από κάπου. Και για τον Διαμαντίδη, η αρχή έγινε στην καλύτερη δυνατή στιγμή για το ελληνικό μπάσκετ. Όταν ο Ριγκοντό έβαλε τη δεύτερη βολή και έκανε το σκορ 66-64 υπέρ της Γαλλίας. Όταν ο Ζήσης είχε μπροστά του μόλις 11 δευτερόλεπτα για να βρει την κατάλληλη επιλογή. Ο Νικόλας, είδε ότι μέσα στη ρακέτα τα πράγματα είναι δύσκολα και κοίταξε στην περιφέρεια. Ο Μήτσος πήρε τη μπάλα και αποφάσισε να εκτελέσει. «Βάλτο αγόρι μου», φώναξε ο Βασίλης Σκουντής από το μικρόφωνο της ΕΡΤ, μαζί με εκατομμύρια Έλληνες.

Και ο Δημήτρης… το έβαλε, στέλνοντας την Ελλάδα στον τελικό του Ευρωμπάσκετ του 2005. Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα, η «Επίσημη Αγαπημένη» θα κέρδιζε εύκολα τη Γερμανία του Νοβίτσκι, κατακτώντας την πρώτη θέση στην Ευρώπη 18 χρόνια μετά το έπος του 1987.

Σήμερα, συμπληρώνονται 14 χρόνια από την πρώτη μεγάλη στιγμή του Δημήτρη Διαμαντίδη στην σπουδαία αθλητική καριέρα του. Από την πρώτη τρίποντη «βόμβα» που είχε τόση σημασία και ανάγκασε τον Ρούντι Τομζάνοβιτς να τον θέσει στην κατηγορία των «επικίνδυνων σουτέρ», τις παραμονές του τεράστιου ματς με τις ΗΠΑ στη Σαϊτάμα, έναν χρόνο αργότερα. Ο Διαμαντίδης… γελούσε, αλλά στα έντεκα χρόνια καριέρας που ακολούθησαν, έβαλε δεκάδες μεγάλα σουτ…