18 χρόνια πίσω. Τέτοια μέρα. Ωρα: 19:00. Το ραντεβού με τον παιδικό φίλο, Γιώργο δίνεται στο γνωστό σημείο. «Θα είμαι στο μετρό των Αμπελοκήπων, μην αργήσεις πάλι», μου λέει. «Μείνε, ήσυχος», του απαντώ…

Οι κακές συνήθειες, όμως, δεν κόβονται. Στις 19:30 τον αντικρίζω, όταν «ανεβαίνω» με τις κυλιόμενες σκάλες. Είναι θυμωμένος που τον «έστησα», μα δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια. Η αγωνία και η λαχτάρα για το μεγάλο παιχνίδι είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν. Τα άλλα είναι περιττά.

«Ελα, πες τώρα. Επίτηδες το κάνεις και αργείς, για γούρι», μου λέει ο Γιώργος. «Πάμε ρε, κερνάω μπύρα», του απαντώ, έχοντας το μυαλό μου αλλού…  Στο μακρινό «Καμπ Νου»…

Κατευθυνόμενοι προς το γήπεδο της Λεωφόρου και αμίλητοι, στο μυαλό μου με «βασανίζει» μια σκέψη. «Γιατί δεν είμαι εκεί», λέω από μέσα μου. «Πως τα κατάφερα και ξέμεινα εδώ», ψιθυρίζω, σχεδόν γκρινιάζοντας και βλέποντας τον Γιώργο, με τον οποίο δεν μπορέσαμε ποτέ να συννεννοηθούμε για να κάνουμε εκείνο το ταξίδι. Ας είναι…

Φτάνουμε στο γήπεδο. Οι πόρτες του «leoforos cafe» (αλήθεια, το θυμάστε αυτό το καφέ, κάτω από τα επίσημα;) είναι ανοικτές. Μέσα, λοιπόν, και μπύρα! Δίχως πολλά, πολλά…

Κάτι πρέπει να κάνουμε για να χαλαρώσουμε. Να ξεφύγουμε. Έτσι, λοιπόν, μέσα σε ένα καταπράσινο σκηνικό και τον προτζέκτορα να περιμένει τη μεγάλη ώρα, η συζήτηση ΔΕΝ αφορά το παιχνίδι. Μιλάμε για διακοπές, μπύρες, ταξίδια και άλλα τέτοια. Όχι, όμως, για το ματς. Κι’ ας λέμε από μέσα μας «τι χαζομάρες λέμε τώρα για να μας φύγει το άγχος». Το ξέρουμε. Και εγώ και ο Γιώργος. Τέτοιες συζητήσεις, όμως, είναι αναγκαίες πριν από τη μεγάλη ώρα…

Κι όταν η ώρα φτάνει, κόβονται όλα! Το «σήμα» του Τσάμπιονς Λιγκ «πέφτει» και όλοι ξεσπούν σε χειροκροτήματα (dna είναι αυτό…). «Ελα μωρή ομάδα», «Πάμε ρε Πανάθα» και άλλα πιο «πικάντικα» ακούγονται από τον κόσμο, που είναι έτοιμος για μια μεγάλη βραδιά. Δίχως να ξέρει τι τον περιμένει…

Στο γκολ του Κωνσταντίνου, το cafe παίρνει φωτιά. Είναι η στιγμή της έκρηξης. Η στιγμή της απόλυτης ποδοσφαιρικής απόλαυσης. Της απογείωσης. «Τι έβαλε ρε μ@@@κα», μου λέει ο Γιώργος, σχεδόν, τρελαμένος και όντας σε μια άλλη διάσταση, σε έναν άλλον κόσμο. Εγώ τον κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια. Δεν ξέρω αν πρέπει να εκραγώ ή να μείνω ήρεμος, γνωρίζοντας ότι η συνέχεια θα είναι δύσκολη. Πράττω το δεύτερο και η εξέλιξη του παιχνιδιού με την Μπαρτσελόνα να το γυρίζει σε 3-1, έχει κάνει την καρδιά να χτυπάει ασταμάτητα…

Η συνέχεια γνωστή. Ο Παναθηναϊκός σφυροκοπά την εστία των Καταλανών! Πολιορκία κανονική. Τέτοια, που όμοιά της, δεν είχε ξαναζήσει το «Καμπ Νου» τα τελευταία χρόνια. Και να οι ευκαιρίες με τον Ολισαντέμπε, και να ο Κωνσταντίνου να πλασάρει σε κενή εστία πάνω στον Πουγιόλ και να οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα όρθιοι να σφυρίζουν και να παρακαλάνε να λήξει το παιχνίδι. Κι’ από την άλλη, κάπου στα… ορεινά του «Καμπ Νου», κάποιες χιλιάδες φίλοι του «τριφυλλιού» να τραγουδούν ασταμάτητα «εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ…».

Και φτάνουμε στις καθυστερήσεις. Στη φάση που συνεχίζει να στοιχειώνει. Στην ευκαιρία που «πόνεσε» όσο καμία, πιθανότατα, στη σύγχρονη ιστορία του Παναθηναϊκού και παράλληλα φούσκωσε με υπερηφάνια έναν ολόκληρο κόσμο, που είδε το «τριφύλλι» να παίζει σαν τη γάτα με το ποντίκι τη μεγάλη Μπαρτσελόνα. Βλάοβιτς, σουτ και… άουτ. Ξυστά. Πιο ξυστά δεν γίνεται.  Ο Κυργιάκος να πιάνει το κεφάλι του, ο Βλάοβιτς να μην μπορεί να το πιστέψει. Ο Καραγκούνης στον πάγκο, με κομμένο χιαστό (!) να χτυπιέται. Οι Καταλανοί να έχουν… παγώσει, θαρρείς κι ο χρόνος είχε σταματήσει γι’ αυτούς. Κι’ εγώ να έχω μείνει αποσβολωμένος, κοιτάζοντας ξανά και ξανά το ριπλέι. «Γιατί…», σιγοψιθύρισα, αντικρίζοντας τριγύρω μου κόσμο «τρελαμένο»…

Λήξη του παιχνιδιού. Ήττα με σκορ 3-1, αποκλεισμός, έπειτα από μια μαγική ευρωπαϊκή χρονιά με πρόκριση στους «8», μέσα από μια διαδικασία με δυο ομίλους και με ομάδες όπως η Αρσεναλ, η Πόρτο, η Σάλκε, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Μαγιόρκα, η Σπάρτα Πράγας…

Επιστροφή προς το μετρό. Εγώ αμίλητος και σκεπτικός. Η φάση με τον Βλάοβιτς πρέπει να πέρασε ίσα και με 20 φορές από το μυαλό μου. Κι’ ενώ είμαι χαμένος σ’ αυτή την καταραμένη εικόνα, ακούω τον Γιώργο. «Μην είσαι έτσι φίλε. Χαμογέλα. Ξέρεις για πόσα χρόνια θα το θυμόμαστε, ρε;».  Γιωργάρα, είχες δίκιο…

➡️ Γράψε το σχόλιο σου