Άγιαξ – Παναθηναϊκός 0-1: Όσοι έζησαν εκείνες τις στιγμές, τις κράτησαν σαν φυλαχτό στη μνήμη τους και φρόντισαν από νωρίς να τις παρουσιάσουν σε όσους ακολούθησαν. Όλοι όσοι το είδαν τότε από την τηλεόραση θυμούνται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με το που βρέθηκαν, με ποιους κάθισαν και παρακολούθησαν το ματς παρέα, το τι άγχος είχαν. Ωστόσο, οι περισσότεροι εξ αυτών θα συμφωνήσουν σε ένα πράγμα. Ότι όταν ο Βαζέχα «πάγωσε το Άμστερνταμ», ο χρόνος έμοιαζε επίσης να είναι παγωμένος, έκανε ένα μικρό στοπ και οι μνήμες επανήλθαν λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, μέσα στις αγκαλιές πατεράδων, φίλων και γνωστών.

Αυτοί που ήταν αρκετά μικροί εκείνη την εποχή αλλά και όσοι δεν είχαν ακόμη γεννηθεί, ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που διδάχθηκαν από τους πρεσβύτερους, όταν κλήθηκαν να τους μάθουν το «τι εστί Παναθηναϊκός». Ο πατέρας, ο θείος, ο φίλος, ο «χ» άνθρωπος που πήρε πάνω του το βάρος της «πράσινης» επιμόρφωσης ενός νεοσσού, εν δυνάμει Παναθηναϊκού, ενστικτωδώς, έβγαλε την κασέτα του ματς να παίζει. Η διαδικασία επιμόρφωσης παραμένει η ίδια, έστω κι αν η τεχνολογία προχώρησε. Σημασία είχε ότι ο κάθε πιτσιρικάς, φρόντισε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να δει τι συνέβη σε εκείνο το ματς. Είτε μέσω κασέτας, είτε μέσω dvd ή ακόμη και από το ίντερνετ, καθώς πλέον, δύο λέξεις στην αναζήτηση του Youtube αρκούν «Άγιαξ – Παναθηναϊκός 0-1», για να γίνει η δουλειά.

Κάπως έτσι, η κούρσα του Δώνη, η ασίστ στον Βαζέχα και το επικό τελείωμα του Χρήστου στην έδρα του Άγιαξ, αποτελεί μια από τις πιο γνώριμες σκηνές στη μνήμη των οπαδών του Παναθηναϊκού, ιδίως εκείνων που δεν έζησαν τις ημέρες του Ουέμπλεϊ. Κάθε φορέας της Παναθηναϊκής Ιδέας, γνωρίζει πολύ καλά τι έγινε στην Ολλανδία, στις 3 Απριλίου του 1996. Ξέρει πολύ καλά τον μύθο εκείνου του ανθρώπου που έβαλε το γκολ, αλλά και το τι σημαίνει να φτάνεις ένα βήμα από το κατόρθωμα που δεν μπόρεσε να φτάσει άλλη ελληνική ομάδα, τη δεύτερη συμμετοχή σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης.

Πλέον, 22 χρόνια μετά τα πράγματα είναι -δυστυχώς- εντελώς διαφορετικά. Ο Παναθηναϊκός του τότε πάλευε για την πρόκριση σε τελικό Champions League και πλέον μάχεται για την επιβίωσή του. Κι όμως, ουδείς μπορεί να εκποιήσει, να διαγράψει και να λοιδορήσει τέτοιες στιγμές, οι οποίες στο κάτω-κάτω αποτελούν γνήσια Παναθηναϊκή προίκα, από τις περασμένες γενιές στις επόμενες. Βραδιές σαν αυτές, απάντησαν στο ερώτημα πολλών σημερινών 40άρηδων (γιατί έγινες Παναθηναϊκός) αλλά και εχέγγυα πίστης και αφοσίωσης σε μια ιδέα που «φέγγει» παγκοσμίως εδώ και 110 χρόνια.

Κι αν νομίζετε πως το έπος της 3ης Απριλίου του 1996 δεν έχει καμία σύνθεση με το σήμερα, μπορείτε να κοιτάξετε τη σύνθεση με την οποία ο Χουάν Ρότσα παρέταξε τον Παναθηναϊκό. Στην άμυνα, υπάρχει ένα όνομα. Ο Μαρίνος Ουζουνίδης. Ο άνθρωπος που έζησε ως παίκτης το ζενίθ με το «τριφύλλι» και πλέον, σαν προπονητής, παλεύει ώστε να μη βρεθεί στο απόλυτο «ναδίρ»…

Άγιαξ (Φαν Χάαλ): Φαν ντερ Σαρ, Ράιζινγκερ, Μπλιντ, Φ. ντε Μπουρ, Μπογκάρντε, Λιτμάνεν (76′ Μουσάμπα), Φίνιντι, Ντάβιντς, Κανού, Κλάιφερτ, Ρ. ντε Μπουρ.

Παναθηναϊκός (Ρότσα): Βάντσικ, Αποστολάκης, Ουζουνίδης, Γ.Σ. Γεωργιάδης, Καλιτζάκης, Κολιτσιδάκης, Μπορέλι (83’ Μάρκος), Καπουράνης, Μαραγκός (62′ Γ.Χ. Γεωργιάδης), Δώνης, Βαζέχα (89′ Νιόπλιας).